Ilioupoli by "night"

Thoughts and actions

ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ Η ΕΓΧΡΩΜΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ (του Θανάση Τσακίρη)

w4

– «Ποιος είμαι εγώ και όχι εσύ;»
– «Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;»
– «Πότε άρχισε ο χρόνος και που τελειώνει ο χώρος;»

Τα ερωτήματα που ο ίδιος ο Roy του Blade Runner έθετε με τον τρόπο του δίχως να πάρει απάντηση από το γήινο άνθρωπο στο τέλος της ταινίας. O Wim Wenders παρουσίασε τον άγγελο των Φτερών του Έρωτα , τον Damian, που θα δώσει πέντε χρόνια αργότερα την απάντηση στο Roy με το δικό του κι αυτός τρόπο, μόνο που στη δική του περίπτωση συντελείται το αντίθετο δράμα από αυτό του Roy. Ο Damian πεθαίνει λόγω της διιστορικής αχρονίας των «ουρανών που είναι δικοί του» ενώ ο Roy γιατί κάποιοι άλλοι τον προγραμμάτισαν για μια πρόσκαιρη ιστορική κοινωνική ζωή. Ο Damian γεννιέται στα πλαίσια του ιστορικού χώρου και χρόνου ενώ ο Roy γεννιέται αποχωριζόμενος τον ιστορικό και μάταιο γι’ αυτόν χώρο και χρόνο. Ο Damian αποκτά την ταυτότητα που ο Roy δεν θα αποκτήσει ποτέ στη σύντομη ζωή του.

Ο Damian βλέπει με δυο μόνο χρώματα, λόγω της δικής του υπερβατικής ταυτότητας, τον κόσμο, την κοινωνία και τη ζωή. Όλα γι’ αυτόν είναι άσπρα και μαύρα. Παρά την (κριτική για άλλους) απόστασή του από τα τεκταινόμενα στο Βερολίνο των κατακερματισμένων ανθρώπινων συνόλων και χώρων τα πάντα μοιάζουν να μην κινούνται παρά μόνο «στο ίδιο αδιαφοροποίητο παρόν, όσο και αν η σύγχρονη κοινωνική ζωή κινείται στο αδιαφοροποίητο και ομογενοποιητικό ρεύμα του διεθνούς χρήματος». Η ιστορικότητα του χώρου και του χρόνου πλαισιώνεται από μια ακόμη ανθρώπινη ιδιότητα : το ζήτημα της λήψης της απόφασης. Με την περιφορά και εστίαση του φακού στις εσωτερικές αυλές και στα δωμάτια των διαμερισμάτων των σπιτιών του Βερολίνου διαπιστώνουμε κι εμείς, όπως και οι άγγελοι, τις αποσυνδεδεμένες ανθρώπινες υπάρξεις που κάνουν απομονωμένες σκέψεις σε απομονωμένους χώρους σε μεμονωμένα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα. Τίποτε δεν συνδέει μεταξύ τους αυτούς τους ανθρώπους. Η παρουσία των αγγέλων δεν γίνεται αισθητή παρά την προσπάθειά τους να απαλύνουν τα αισθήματα των ανθρώπων κι αυτό γιατί είναι εκτός συγκεκριμένου ιστορικού τόπου και χρόνου, εκτός πλαισίου συμφραζομένων των ανθρώπων. Ο Damian μονολογεί : «ποτέ δεν μπορούμε να συμμετέχουμε πραγματικά, μόνο υποκρινόμαστε, σε όλα συμμετέχουμε φαινομενικά (…) καμιά φορά όμως, αυτό το πλήθος των πνευμάτων με κουράζει & τότε θέλω να πάψω να αιωρούμαι και νάχω μια βαρύτητα…για να μπορέσω ν’ αποκτήσω μια γήινη υπόσταση, θάθελα να φωνάζω «τώρα» σε κάθε βήμα μου…να πάψουν τα ανέκαθεν και τα αιωνίως». Ανάλογη και η κινηματογραφική ματιά : όλα τα στιγμιότυπα θυμίζουν φωτογραφίες παραταγμένες χωρίς ειρμό, η μια δίπλα στην άλλη. Το μόνο στοιχείο που μπορούσε να προσδώσει μια αίσθηση ταυτότητας στους Βερολινέζους σ’ εκείνη τη φάση ήταν το «τοίχος του αίσχους». Ένας ταξιτζής θα το φιλοσοφήσει το ζήτημα ακόμη πιο πολύ : «Εδώ τελειώνει ο χώρος; Στο Βερολίνο είναι αδύνατο να χαθείς, γιατί μπορείς πάντα να βρίσκεις το τοίχος. Υπάρχουν ακόμη σύνορα; Περισσότερα από ποτέ. Έχουμε γίνει τόσα κομμάτια που το κάθε άτομο είναι κι ένα μίνι – κρατίδιο, όπου κάθε δρόμος έχει τα σύνορά του, που το περικυκλώνει μια αφιλόξενη χώρα, την οποία μόνο με το κατάλληλο παρασύνθημα μπορείς να τη διασχίσεις. Ακόμη και για να πας από το ένα άτομο στο άλλο χρειάζεται να πληρώσεις διόδια. Ανάμεσα στα οικόπεδα υπάρχουν ουδέτερες ζώνες. Τις κρύβουν λακκούβες γεμάτες νερό».

Ο γέρος που ακούει στο όνομα Όμηρος, θαμώνας της δημόσιας βιβλιοθήκης, τάχει χαμένα. Η αφήγησή του δεν ακούγεται πια από κανένα. Το κάθε άτομο έχει να αφηγηθεί το δικό του καημό, έχει το δικό του λόγο. Από τον παλιό καιρό έχουν ξεμείνει κάποιο άγγελοι κι ο γέρο-Όμηρος. Τα «γλωσσικά παιχνίδια» του καθενός έχουν αντικαταστήσει τη συνολική αφήγηση, τα συνολικά οράματα. «Πες μου μούσα, για τον ποιητή, που τον πέταξαν στο περιθώριο του κόσμου. Τον αιωνόβιο…σαν παιδί. Γνώρισέ τον στον καθένα ! Οι ακροατές μου με τον καιρό έγιναν αναγνώστες μου. Δεν είναι πια σε κύκλο…Είναι μόνοι ! Και ο ένας δεν ξέρει τίποτε για τον άλλο».

Η ιστορικότητα του χωροχρόνου εκφράζεται με πολλούς τρόπους στην ταινία. Κατ’ αρχήν με το χρωματισμό των εικόνων από τη στιγμή που ο Damian αποφασίζει να ενταχθεί στο ανθρώπινο κοινωνικό πλαίσιο εγκαταλείποντας την ασπρόμαυρη αιωνιότητα του θεϊκού σύμπαντος. Η Marion είναι μια αποκομμένη από τις ρίζες της νέα γυναίκα που δουλεύει με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε ένα τσίρκο στο Βερολίνο το οποίο μετακομίζει στο Παρίσι απολύοντάς την και αφήνοντάς την κυριολεκτικά στο δρόμο. Η σχέση εργασίας είναι χαρακτηριστική των ελαστικών σχέσεων εργασίας της μεταφορντικής ή νεοφορντικής οπτικής. Οι φωτογραφίες που έχει στο κινητό καμαρίνι της είναι, όπως και στο Blade Runner, η απόδειξη της ύπαρξης ριζών. Το όνειρό της είναι να αποκτήσει μια σταθερή ερωτική σχέση ως απόδειξη της διιστορικότητας που ποθεί να αποκτήσει. Θέλει να «γίνει» κάτι και όχι απλώς να «είναι» κάτι.

Ο ρόλος του χρήματος στον ιστορικό χωροχρόνο του χρώματος είναι καθοριστικός. Παρακολουθούμε το Damien να ξυπνάει ως άνθρωπος μπροστά στο «τοίχος» από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου. Ζητά λίγα χρήματα από έναν περαστικό για να πιει καφέ, μπαίνει σε μια «αντικερύ» και ανταλλάσσει την πανοπλία με την οποία όλοι οι άγγελοι υποτίθεται ότι «κατεβαίνουν στη γη» για ένα πολύχρωμο συνολάκι ρουχισμού και ένα ρολόι. Το χρήμα είτε με τη μορφή της άμεσης ανταλλαγής σε είδος είτε με τη μορφή του νομίσματος ως γενικού ισοδύναμου ανταλλαγής εμπορευμάτων μπαίνει στη νέα κοινωνική ιστορική ζωή του. Το ρολόι θα συμβολίσει την επίσημη ένταξή του στα πλαίσια του ιστορικού χωροχρόνου.

wings4

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

18 Απριλίου, 2020 Posted by | Uncategorized | Σχολιάστε