ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΧΑΡΝΩΝ
Χριστούγεννα στην Αχαρνών
του Θανάση Τσακίρη
Πολύ χαιρόταν το δροσερό κυριακάτικο πρωινό η μικρή ξανθούλα Ντόινα. Η μαμά της, η Σορίνα, της έφτιαχνε τις ράστα κοτσίδες της από πολύ νωρίς. Ήθελε να ξεχωρίζει από τις φίλες της στο σχολείο. Πήγαινε στην πρώτη τάξη του διαπολιτισμικού τμήματος σε ένα δημοτικό σχολείο στο Γαλάτσι. Θα είχαν σχολική γιορτή για την παραμονή των Χριστουγέννων. Καθώς τις έδενε τις μπούκλες με ιδιαίτερη φροντίδα και λεπτομέρεια, η Σορίνα θυμόταν νοσταλγικά τα δικά της παιδικά χρόνια εκεί στη Ρουμανία στο Μπρασόφ, μια πόλη στα Νότια Καρπάθια. Τις μέρες αυτές κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μόνη της ή με τη μητέρα της, την κυρά-Μιρούνα, πήγαινε στην ιστορική Λουθηρανική Μαύρη Εκκλησία μόνο και μόνο για να ακούει το εκκλησιαστικό όργανο με τους 4.000 σωλήνες να παίζει τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Ο μεγάλος αδελφός της, ο Καταλίν, είχε στρατολογηθεί από τη μικρά του χρόνια στους Πιονιέρους της Κομμουνιστικής Νεολαίας και δεν του αρέσανε πια οι βόλτες στην εκκλησία. Ο μικρότερος αδελφός της, ο Βλαντ με τα μυτερά δοντάκια του και το πονηρό χαμόγελό του, ήταν συχνά κλεισμένος στον εαυτό του και μέσα στο σπίτι, πολλές φορές με έναν ανεξήγητο για τους γιατρούς πυρετό. Οι γονείς του έκαναν οικονομίες για να τον στείλουν στη Μόσχα να γιατρευτεί και αν ούτε κι εκεί δεν έβρισκαν άκρη σκόπευαν με ειδική άδεια του Κόμματος θα τον έστελναν στο περίφημο νοσοκομείο Τζονς Χοπκινς στην Αμερική.
Και καθώς τα θυμόταν όλα αυτά και σκεφτόταν ότι τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα ο Καταλίν έχει μια σχετικά καλή δουλειά έχοντας σε μια πάροδο της Αχαρνών στον Άγιο Παντελεήμονα ένα ψιλικατζίδικο με ένα μικρογκισέ για υπεραστικά τηλεφωνήματα και με μικροεμβάσματα που έστελναν οι συμπατριώτες τους στις οικογένειές τους στη Ρουμανία, όπως οι δικοί μας μετανάστες στην Γερμανία και στην Αμερική ή την Αυστραλία. Η ίδια δουλεύει ως μανικιουρίστα σε μεγάλο ινστιτούτο καλλονής, παρ’ ότι σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Κλουζ. «Δεν πειράζει», λέει στον εαυτό της για να παίρνει θάρρος, «τέχνη είναι και το μανικιούρ». Αλλά να, η εργοδότριά της είναι «εργολάβος» και στέλνει κορίτσια από βαλκανικές χώρες να δουλεύουν σε τέτοια ινστιτούτα για ένα κομμάτι ψωμί κι αυτό δεν της αρέσει. Είναι έτσι έρμαια των διαθέσεών της. Μπορεί ξαφνικά να την βγάλει από εκεί που δουλεύει και να τη στείλει στου διαόλου τη μάνα, αν της αντιμιλήσει ή της ζητήσει αύξηση, και να φέρει κάποιαν άλλη στη θέση της για ένα μικρότερο κομμάτι ψωμί.
«Μαμά, μη μου τραβάς τα μαλλιά», φώναξε η Ντόινα. «Ναι, συγνώμη μωρό μου», είπε ταραγμένη η Σορίνα, διακόπτοντας απότομα την ονειροπόληση. Της τελείωσε και το τελευταίο κοτσιδάκι. Θα ήταν και το πρώτο «ράστα-λουκ» κοριτσάκι στο σχολείο και θα τη ζήλευαν η Ουτσένα από τη Νιγηρία κι η Τζενίτα από τη Γκάνα, που είναι οι πιο καλές της φίλες στην τάξη, μαζί με τη Μαρία και τη Ζήνα. Δεν άργησε και μ’ ένα πήδο, ένα χαριτωμένο άλμα σαν μπαλαρίνα, η Ντόινα έφτασε στην εξώπορτα του ισόγειο διαμερίσματος. Έτρεξε από πίσω της η Σορίνα και της “φώναξε” χαδιάρικα: «Πού πας βρε ζουζουνάκι τρέχοντας έτσι. Έστε όρε σάπτε ακόμα.» Ξανακοίταξε το ρολόι της κι είδε πως η Ντόινα είχε δίκιο να τρέχει γιατί ήταν εφτά και δέκα. Ο Καταλίν ερχόταν κατά δέκα λεπτά καθυστερημένος στο καθημερινό ραντεβού. Και πάνω στην έφτανε με την μοτοσυκλέτα του, μια παλιά αλλά «πειραγμένη» ΜΖ. Ο «γλυκούλης» θείος της είχε φτιάξει ειδικό κάθισμα για την «πριγκηπέσα» του, όπως την αποκαλούσε. Την έβαλε και κάθισε και ξεκίνησαν για το Γαλάτσι. Η Σορίνα της έστειλε ένα φιλί από μακριά και έκανε να μπει μέσα στην πολυκατοικία. Δεν είχε δώσει σημασία στο λευκό βανάκι με τα φιμέ τζάμια που ήταν παρκαρισμένο μπροστά Δεν πρόλαβε να ανοίξει την πόρτα και κάποιος μαυροφορεμένος και γεροδεμένος άντρας της έπιασε το κεφάλι και της έκλεισε το στόμα μ’ ένα πανί γεμάτο χλωροφόρμιο. Δεν πρόλαβε να ακουστεί ούτε ένα κιχ. Σορίνα λιποθύμησε αμέσως. Ένας άλλος μαυροφορεμένος μασκοφόρος του άνοιξε την πλαϊνή πόρτα του βαν και την έβαλαν ξαπλωτή στο δάπεδο του οχήματος. Έκλεισαν την πόρτα και ξεκίνησαν προς την Αχαρνών κι έστριψαν προς την Εθνική Οδό.
Το μεσημέρι ο Καταλίν πήγε λίγο αργά από το σχολείο και η Ντόινα περίμενε ήσυχη αλλά μελαγχολική στο γραφείο των δασκάλων. Ο Καταλίν άνοιξε την πόρτα ,είπε καλησπέρα στην Τζένη τη δασκάλα της Ντόινα, ζήτησε συγγνώμη και από τις δύο που άργησε και πήρε στην αγκαλιά του τη Ντόινα λέγοντας της γλυκά : «Σκούζα μα , σκούμπα μεά , δε θα ξαναργήσω αλλά, να, έπεσε πολλή δουλειά στο μαγαζί. Όλοι οι φίλοι μας στέλνουν λεφτά στους μπαμπάδες και στις μαμάδες τους στην πατρίδα για τα Χριστούγεννα. «Σκούζα μα» και του έσκασε ένα φιλάκι η μικρούλα.Ύστερα αποχαιρέτησαν τη δασκάλα και της είπαν «Κρατσιούν φερετσίτε, Καλά Χριστούγεννα ».
Γύρισαν στο μαγαζί για να πάρουν μικροπράγματα για το βραδινό τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων και μετά από δέκα λεπτά κίνησαν για το σπίτι. Όταν έφτασαν εκεί δεν είχε επιστρέψει ακόμη η μαμά. Η Ντόινα έβγαλε τα «σχολικά» της ρούχα και έτρεξε να βρει στην ντουλάπα τα «καλά» της για να τα φορέσει για το βράδυ. Τα έβαλε όμορφα όμορφα στην καρέκλα δίπλα από το κρεβατάκι της και λαγοκοιμήθηκε. Ο Καταλίν στην κουζίνα άρχισε να ετοιμάζει ορεκτικά για το βράδυ. Η ώρα όμως περνούσε και η μανούλα ακόμα δεν είχε δώσει σημεία ζωής παρόλο που κάθε μέρα γύριζε γύρω στις τέσσερις το απόγευμα. Πήγε κιόλας έξι .Τα μεζεκλίκια είχαν γίνει και σερβιριστεί. Η Ντόινα έβαλε τα «καλά» της και πήγε στο τραπέζι που ίσα ίσα χώραγε στο μικρό χώρο μεταξύ του σαλονιού και της κουζίνας. «Μα τι έγινε η μανούλα» άρχισε και παραπονιέται η Ντόινα. Ο Καταλίν της είχε ήδη κάνει κλήση στο κινητό. Της είχε αφήσει φωνητικό μήνυμα. Της είχε στείλει και sms αλλά απάντηση δεν είχε πάρει ακόμα απάντηση. «Μα τι να έγινε;» σκεφτόταν. «Να την ξεμυάλισε κανένας μορφονιός από αυτούς που συχνάζουν στο σωματείο των αισθητικών;» Μπα! Μετά το χωρισμό της από τον Φλωρεντίν, που είναι ο πατέρας της Ντόινα, δεν έχει διάθεση για ερωτικές περιπέτειες και μάλιστα με τους «φλώρους» του σωματείου όπως τους λέει η ίδια, παρόλο που τους αγαπάει σαν συνανθρώπους και συμμαχητές . Η Ντόινα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται . Ωσάν ταχυδαχτυλουργός και για να της αποσπάσει την προσοχή και τις σκέψεις ο Καταλίν ανοίγει το δεξί του χέρι και της δίνει μια ξύλινη περδικούλα ως πρώτο δώρο για τις γιορτές . Το πανέξυπνο κοριτσάκι θυμήθηκε αμέσως το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που είχε μάθει στο μάθημα αγγλικών στο σχολείο και άρχισε να το τραγουδάει: «On the first day of Christmas my true love sent to me a partridge in a pear tree…». Όσο και αν προσπάθησε ο Καταλίν να την κάνει να χαμογελάσει ,να παίξει και να ξεχαστεί, γρήγορα μελαγχόλησε!
Η Ντόινα είδε στην τηλεόραση ένα παιδικό πρόγραμμα από ένα παιδικό κανάλι και αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ο Καταλίν την πήρε στην αγκαλιά του και την έβαλε κάτω από τα σκεπάσματα και φιλώντας τη στο μέτωπο της είπε : «νοάπτε μπούνα άγγελε μου , θα σου φέρω τη μανούλα μη στεναχωριέσαι ..». Η Ντόινα ήδη ονειρευόταν την επιστροφή της μάνας της . Παρόλο που κοιμόταν έβγαλε μια κραυγή στον ύπνο της : «μαμάάάά», που τη βρήκε τη δύναμη αυτή ! Τρόμαξε ως και ο Καταλίν! Ησύχασε όμως η Ντόινα και κοιμήθηκε βαθιά.
Την άλλη μέρα ο ουρανός ήταν βαρύς . Όπου να ’ναι θα ξεκίναγε βροχή. Τα μπουμπουνητά και οι αστραπές φόβισαν τη Ντόινα που ξύπνησε και έτρεξε στην αγκαλιά του Καταλίν ο οποίος είχε πέσει με τα ρούχα και κοιμόταν στο κρεβάτι της αδερφής του: «Θειε μου που είναι η μαμά μου; Ποιος την πήρε και που την πήγε; Είδα κακό όνειρο πως ήταν ντυμένη στα μαύρα από πάνω έως κάτω. Τι έγινε;» Ο Καταλίν της χάιδεψε τα ράστα μαλλάκια της και της ψέλλισε το κλασσικό ψέμα ότι η μαμά πήγε σε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πως σύντομα θα γύριζε. Παλιό και δοκιμασμένο κόλπο. «Και αν δε γυρίσει και φύγει για πάντα;» ξαναρώτησε η μικρούλα. Ο θείος άρχισε να προβληματίζεται. Αν η μικρή βάλει κάτι στο νου της θα το λέει κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Σκεφτόταν τι να κάνει για να μη του ξεφύγει η κατάσταση. Έντυσε τη μικρή με τα καλά της και φύγανε για το μαγαζί. Μέρα που ήταν όλο και κάποιοι θα θελαν να τηλεφωνήσουν στους δικούς τους στο Βουκουρέστι , στο Ιασι , στην Κωστάντζα ή στην Τίργκου Μούρες. Χριστούγεννα στην Αχαρνών; Να μη σου τύχει. Φτωχός κόσμος , έλληνες και ξένοι, απελπισμένοι και φοβισμένοι. Όταν τελείωσε η μέρα έκλεισε το μαγαζί και ο Καταλίν πήρε τη μικρή να πάνε να φάνε σουβλάκια στο κουρδικό στέκι στη γωνία Αχαρνών και πλατεία Βάθης. Γύρισαν μετά στο σπίτι όπου λίγο πριν κοιμηθεί η Ντόινα ο Καταλίν της έδωσε το δώρο της ημέρας. Δυο χελωνάκια όχι σαν αυτά τα χελωνονιντζάκια έβλεπε στο παιδικό κανάλι αλλά δυο ξύλινες χελωνούλες σαν κι αυτές του «12 days of Christmas». Παρά τη χαρά που ένιωσε η Ντόινα ήταν πολύ κουρασμένη και κοιμήθηκε. Παρόλ’ αυτά όπως και την πρώτη νύχτα πετάχτηκε ξαφνικά στον ύπνο της φωνάζοντας «μανούλα μη φύγεις» και ξανακοιμήθηκε βαθιά ως το πρωί .
Την άλλη μέρα έφτασε στην Αθήνα ο Βλάντ. Η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή. Όμως η εξαφάνιση της αδερφής του ήταν πολύ πιο φλέγον ζήτημα από τη δική του υγεία. Άφησε τα πράγματα του στο διαμέρισμα της Σορίνας και πήγε στο μαγαζί του Καταλίν. Εκεί βρήκε δυο ακόμη συμπατριώτες τους που συζητούσαν για την εξαφάνιση. Ο ένας ήταν σίγουρος πως κυκλώματα της νύχτας είχαν αρπάξει την όμορφη Ντόινα για να την διοχετεύσουν στους χώρους των «συνοδών» κάποιας χώρας με πλούσιους που θα πλήρωναν καλά για «λευκή σάρκα». Ο άλλος έλεγε ότι κάτι τρέχει με τη μαχητική της στάση και τον ατίθασο χαρακτήρα της και πως κάποιοι θέλουν να την προειδοποιήσουν πως αν συνεχίσει να ζητά «παράλογα» πράγματα δε θα ευτυχήσει όσο αυτοί την παρακολουθούν. Ο Καταλίν τους παρακαλεί να μην μιλάνε γι’ αυτό το θέμα μπροστά στη Ντόινα που καθόταν μελαγχολική πίσω από το ταμείο προσπαθώντας να ζωγραφίσει τον νυχτερινό εφιάλτη της στο τετράδιο της ιχνογραφίας. Τα δυο αδέλφια άρχισαν να συζητούν τις κινήσεις τους. Θα απευθυνθούν στην αστυνομία; Δύσκολο γιατί λόγω των όσων διαβάζουν και ακούνε από τους συμπατριώτες τους δεν είναι να την εμπιστεύεσαι αν είσαι μετανάστης. Τόσα έχουν ακούσει για το τοπικό αστυνομικό τμήμα. Είχαν ήδη ειδοποιήσει το Σωματείο Εργαζομένων Καταστημάτων Αισθητικής, Μανικιούρ- πεντικιούρ και Ονυχοπλαστικής και το Δίκτυο για τα Δικαιώματα των Μεταναστών/τριών. Όλοι και όλες είχαν αρχίσει να ψάχνουν για την αγωνίστρια Σορίνα. Η Ντόινα δεν έλεγε να συγκεντρωθεί στα λίγα καθήκοντα που της είχε βάλει η δασκάλα. Ο Καταλίν της είπε να κλείσει τα μάτια. Άνοιξε τις παλάμες του και τις είπε να ανοίξει τα μάτια της . τρεις ξύλινες μινιατούρες που ήταν τρεις γαλλικές κοτούλες .
Η Ντόινα δεν έβλεπε την ώρα να πάει στο σπίτι και να παίξει με τα δώρα των προηγούμενων ημερών : μια πέρδικα , δυο χελώνες και τώρα τρεις κοτούλες . Hπαιδική της φαντασία εκρήγνυται. Τη νύχτα όμως ξαναξύπνησε στον ύπνο της αναζητώντας τη μανούλα. Τώρα ονειρεύτηκε πως είδε τη Σορίνα να φοράει ένα ολόμαυρο φόρεμα, μαύρο μαντήλι στα μαλλιά της και μαύρα γυαλιά ηλίου που δε τα έβγαζε καθόλου .
Την επόμενη μέρα έβρεχε ασταμάτητα. Είχαν απεργία οι οδοκαθαριστές του δήμου και η φτωχογειτονιά που ήταν έτσι και αλλιώς παρατημένη στη μοίρα της ήταν να την κλαις . Όλη μέρα έβρεχε και όλη μέρα έκλαιγε η Ντόινα. Μια ο εφιάλτης μια και η τέταρτη μέρα απουσίας της μαμάς χωρίς καμία είδηση της, κι η κατάσταση άρχισε να γίνεται ανεξέλεγκτη .
Ξημέρωσε η επόμενη μέρα με ένα δυνατό αλλά πάντα χειμωνιάτικο ήλιο όπως βγαίνει πάντα μετά τη βροχή. Τα λίγα μη αποδημητικά πουλιά που άντεξαν και έμειναν στην Αθήνα άρχιζαν δειλά δειλά να κελαηδούν σα να λένε στη Ντόινα που είχε ανοίξει το παραθύρι της πως όπου να ναι θα γυρίσει η μανούλα της. Ο Βλάντ της έφερε το πρωινό στο κρεβάτι «όπως ταιριάζει σε μια πριγκηπέσα» σύμφωνα με τα λεγόμενα του .και άρχισε να τραγουδάει ένα ελληνικό τραγούδι που είχε αφιερώσει στην αδερφή του, την «πριγκηπέσα»: «…έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου/μέσα σ’ αυτό το σπίτι πριγκηπέσα μου/το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας…». Η Ντόινα τον κοίταξε αρχικά με δισταγμό αλλά γρήγορα άφησε να φανεί μια στάλα χαμόγελου και ύστερα τα γαλανά της μάτια έλαμψαν. Προτού αρχίσει δειλά-δειλά να τρώει το κρουασανάκι, ο Βλαντ της λέει να κλείσει τα μάτια και να του δώσει το αριστερό της χέρι. Πρόθυμα έκλεισε τα μάτια της κι ένοιωσε που ο θειός της τής έβαζε τα πέντε δακτυλίδια του χριστουγεννιάτικου τραγουδιού κι ας μην ήτανε χρυσά αλλά φο-μπιζού. Η χαρά που ένοιωθε δεν περιγράφεται όταν άνοιξε τα μάτια της η «πριγκηπέσα». Έλαμπε ολόκληρη κι ας υπήρχε μέσα της η έγνοια της μαμάς. «Θα πάμε στο μολ στη Γλυφάδα, είσαι;», τη ρώτησε ο Βλαντ. «Ναι, ναι. Τε ιουμπέσκ, θειούλη μου» είπε η Ντόινα και σα σίφουνας έτρεξε να πλυθεί και να ντυθεί και νάσου την έτοιμη στην πόρτα για να φύγουνε. Πάει το πρωινό, πάνε όλα. Έτρεξε έπιασε το σακάκι του ο Βλαντ και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, και πάνε στο μαγαζί του Καταλίν που τους είπε να πάρουνε το τρόλεϊ και να κατεβούν στο Σύνταγμα και να πάρουν το τραμ. Φύγανε σα κυνηγημένοι να προλάβουνε γιατί ο ήλιος δε θα κρατούσε πολύ. Σουλατσάρανε στην παραλία, φάγανε παγωτό και ήπιανε μιλκ-σέικ , και μετά κατευθύνθηκαν στο καινούργιο μολ, εκεί κοντά στο παλιό αεροδρόμιο. Μπαίνοντας εντόπισε τις έξι χήνες με τα αυγά τους στο μαγαζί με τα χριστουγεννιάτικα «Θείε, θα μου τις πάρεις για να τα συμπληρώσω με τα άλλα δωράκια;» ρώτησε. «Ποιος μπορεί να σου αντισταθεί, πριγκηπέσα μου;» της έκλεισε το μάτι ο Βλαντ και τα πήγε στο ταμείο για να τα πληρώσει. Πήγαν μετά στο σινεμά, πήρανε ποπ-κορν και είδαν την «Εποχή των Παγετώνων: Αυγή των Δεινοσαύρων». Φεύγοντας πήραν μαλλί της γριάς, καραμελωμένα μήλα, έναν ψηφιακό Άγιο Βασίλη και ξαναμπήκαν στο τραμ για το γυρισμό. Έφτασαν σπίτι κι άραξαν στον καναπέ όπου τους πήρε ο ύπνος ως το πρωί. Μόνο που παρά τη χαρούμενη ημέρα που πέρασε, η Ντόινα ξαναείδε στο ύπνο της τη Σορίνα, αυτή τη φορά να φοράει και μια μαύρη μάσκα. Κι όπως κάθε βράδυ, έβγαλε μια άγρια αλλά λυπημένη κραυγή.
Το πρωί πάλι κακή μέρα και κακή διάθεση. Ακόμα δεν είχε κανένα μαντάτο από τη μητέρα της. Ο Βλαντ είχε σηκωθεί νωρίτερα και είχε φτιάξει πρωινό. Εκεί που έπιναν το γάλα και τον καφέ, χτυπάει το τηλέφωνο. Μια μεταλλική φωνή προειδοποιούσε τον Βλαντ να μη μιλάνε σε περίεργους και να φροντίζει ότι η μικρή θα μείνει στο σπίτι για να μην υπάρχουν δυσάρεστες εξελίξεις. Ο Βλαντ ψιλοτρόμαξε αλλά δεν άφησε να φανεί αυτό μπροστά στη Ντόινα. Ειδοποίησε με sms τον Καταλίν για το τηλεφώνημα μιλώντας στα ρουμάνικα που η Ντόινα δεν μπορούσε να καταλάβει πολύ καλά μιας και ήταν δεύτερη γλώσσα γι’ αυτήν. Συμφωνήσανε να πάει η σύντροφος του Καταλίν, η Αντριάνα, να κάτσει να προσέχει την μικρή μιας και ήταν νηπιαγωγός στο επάγγελμα και θα την έφερνε βόλτα. Ήρθε μετά από λίγο η Αντριάνα, μια μικροσκοπική μελαχρινή κοπέλα που αγαπούσε τα παιδιά και θα ήταν πολύ καλή παρέα για τη Ντόινα. Ο Βλαντ πήγε από το μαγαζί και πήρε τον Καταλίν και ανηφόρησαν κατά Εξάρχεια μεριά. Μια πληροφορία που είχε σταλθεί με sms στο κινητό του Καταλίν έλεγε ότι νεοναζί κρατούν αιχμάλωτη την Ντόινα σε ένα υπόγειο στην Κυψέλη. Ούτε το Δίκτυο ούτε το Σωματείο ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν την πληροφορία. Έτσι, γύρισαν άπρακτοι πίσω αλλά τουλάχιστον είχαν τις υποσχέσεις των μελών του Δικτύου και του Σωματείου ότι θα συνεχίσουν να ψάχνουν. Κατεβαίνοντας την Αγίου Μελετίου προς την Αχαρνών πέρασαν από ένα μαγαζί με φτηνές γκραβούρες και πόστερ και αγόρασαν έναν πίνακα με τους εφτά κύκνους για τη Ντόινα, που φυσικά της άρεσε αλλά δεν έπαυε να ανησυχεί και να συνεχίσει να παραμιλάει στον ύπνο της ζητώντας τη μαμά της.
Την άλλη μέρα, η Αντριάνα έφερε οχτώ φίλες και συμμαθήτριες να πουν τα κάλαντα στη Ντόινα και να της κάνουν παρέα όλη την ημέρα. Και για της κάνουν ακόμη πιο γλυκιά την έκπληξη της έφτιαξαν γαλατόπιτα, που τόσο της άρεσε όταν την έφτιαχνε η Σορίνα. Της έφτιαξαν και μαμαλίγκα για το μεσημέρι και παπανάσι για επιδόρπιο. Έτσι κι αυτή η μέρα ήταν χαρούμενη για την Ντόινα παρά την απουσία της Σορίνα που όλοι έψαχναν να την βρουν. Η αγωνία του Καταλίν και του Βλαντ είχε «χτυπήσει κόκκινο». Κανόνισαν με άλλη μια ομάδα πέντε συμπατριωτών τους να οπλιστούν με ό,τι είχαν πρόχειρο και να ξαμοληθούν σε στέκια μεταναστών άλλων χωρών και σε στέκια που σύχναζαν διάφοροι τύποι του υποκόσμου και να προσπαθήσουν να αποσπάσουν πληροφορίες, να «λαδώσουν» στην ανάγκη ή και να απειλήσουν. Δεν ζήτησαν βοήθεια από το Δίκτυο ή το Σωματείο και ήθελαν να «καθαρίσουν» μόνοι τους. Από την άλλη το Δίκτυο σε συνεννόηση με το Σωματείο είχαν κανονίσει να κάνουν μαζική πορεία στην Κυψέλη όπου βρισκόταν το υπόγειο όπου οι πληροφορίες ήθελαν να κρατείται η Σορίνα. Ήταν μια παραμονή Πρωτοχρονιάς αλλιώτικη από τις άλλες, ομολογουμένως. Όσο περνούσε η ώρα κι έπεφτε το σκοτάδι, τόσο κορυφωνόταν η αγωνία. Η αστυνομία είχε αρχίσει να παρατάσσεται στις εισόδους της Κυψέλης με άνδρες των ΜΑΤ για να εμποδίσει την πορεία φοβούμενη έκτροπα.
Στην Αχαρνών οι εφτά Ρουμάνοι μπαινόβγαιναν στα στέκια άπρακτοι αλλά και απειλούμενοι. Σιγά-σιγά άρχισαν δυο αυτοκίνητα της ασφάλειας να τους ακολουθούν, στην αρχή διακριτικά αλλά όσο αυτοί ανέβαιναν προς την Πατησίων τόσο περισσότερο απροκάλυπτα. Όταν έγιναν πια αντιληπτοί από τους Ρουμάνους σταμάτησαν μπροστά τους και τους ζητήσανε τα στοιχεία και τα χαρτιά τους. Ευτυχώς ήταν όλοι «νόμιμοι» και δεν είχαν πρόβλημα από αυτή την άποψη. Δεν μπορούσαν κιόλας να τους ψάξουν για όπλα μιας και δεν έδιναν τέτοια υποψία. Στην Πατησίων η πορεία είχε φτάσει κοντά στην ΑΣΟΕΕ και οι 500 Έλληνες και μετανάστες διαδηλωτές ετοιμάζονταν να στρίψουν προς το δρόμο όπου οδηγούσαν οι πληροφορίες. Από την οδό Δροσοπούλου έστριψε μια διμοιρία ανδρών των ΜΑΤ και τους έκοψε το δρόμο. Προς στιγμή απειλήθηκαν επεισόδια αλλά αποσοβήθηκαν μιας και επενέβησαν οι πιο ψύχραιμοι και υπέδειξαν στους διαδηλωτές να μην επιχειρηθεί το σπάσιμο του κλοιού γιατί ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν άνισος σε βάρος τους. Η ώρα περνούσε και η κατάσταση ήταν τεταμένη αλλά στάσιμη. Τα συνθήματα έδιναν και έπαιρναν: «Κάτω ο ρατσισμός», «Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι», «Κάτω τα χέρια από τη Σορίνα», «Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη» και άλλα τέτοια. Στο μεταξύ, ο Καταλίν λίγο πιο κάτω, δέχτηκε μια κλήση από απόκρυψη στο κινητό του. Μια μεταλλική φωνή ίδια με αυτή που είχε απειλήσει τον Βλαντ έλεγε στον Καταλίν να γυρίσει γρήγορα στο μαγαζί. Ήταν αποφασισμένη για όλα αυτή η φωνή και ο Καταλίν ένοιωσε ανατριχίλα. Έβαλε μια φωνή προς την ομάδα ότι γυρίζουνε πίσω στο μαγαζί. Ξεκίνησαν όλοι μαζί να πάνε στο μαγαζί κι ο Βλαντ θα πήγαινε στο σπίτι να δει τι γίνεται με τη Ντόινα, την Αντριάνα και τα κορίτσια. Ο Καταλίν άνοιξε το μαγαζί και όλοι ταμπουρώθηκαν μέσα περιμένοντας. Ο Βλαντ ειδοποίησε ότι τα κορίτσια είχαν έλθει οι γονείς του και τα πήραν και ότι παρά την ανησυχία τους η Ντόινα και η Αντριάνα ήταν ευχαριστημένες με το πώς είχε περάσει η παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Απέμεναν περίπου 40 λεπτά για να αλλάξει ο χρόνος και η δεκαετία. Τουλάχιστον ας τους βρει όλους μαζί ο νέος χρόνος στο μαγαζί. Κι έτσι ξεκίνησαν για εκεί. Είχε πάει 12 παρά πέντε όταν έφτασαν και σε λίγο άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Κι εκεί που ετοιμάζονταν να πουν «ευτυχές το νέο έτος» μια γυναικεία φιγούρα ντυμένη στα μαύρα, με μαύρο μαντήλι, μαύρα γυαλιά και μια μαύρη μάσκα να καλύπτει και τα μάγουλά της, σταμάτησε στην πόρτα. Η Σορίνα είχε επιστρέψει σώη αλλά όχι αβλαβής. Όλοι πάγωσαν προς στιγμή αλλά μόλις ακούστηκε το «ευτυχές το νέο έτος», πρώτη η Ντόινα όρμησε στην αγκαλιά της μανούλας της όσο και αν ήταν δύσκολο να ξεπεράσει το σοκ που της προκάλεσε ο εφιάλτης που έβγαινε αληθινός. Έτρεξαν όλοι να την αγκαλιάσουν και τα γεμίσουν φιλιά χαράς. Τους είπε, όμως, ότι με τίποτα δεν θα βγάλει όσα της κάλυπταν το πρόσωπο. Τουλάχιστον για τις επόμενες λίγες ημέρες. Έπρεπε να γειάνουν οι πληγές από τις χαρακιές που της έκαναν οι μπράβοι που την απήγαγαν και την απείλησαν πως αν δε σταματήσει την συνδικαλιστική και κοινωνική της δράση θα ζήσει χειρότερες καταστάσεις αυτή κι η κόρη της.
Πήρε από το χέρι τη Ντόινα και τους είπε να κλείσουν το μαγαζί και να πάνε στο σπίτι να γιορτάσουν ήσυχα και απλά την Πρωτοχρονιά και την έλευση της νέας δεκαετίας με την υπόσχεση να εκπληρωθούν οι ευχές τους για καλύτερη ζωή για όλους τους αδελφούς και τις αδελφές τους, μετανάστες και Έλληνες, άνδρες και γυναίκες που πρέπει να πάρουν τον αγώνα τους στα χέρια τους. Κι έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι. Ένα αυτοκίνητο πέρασε σιγά-σιγά μπροστά από το μαγαζί και από το ραδιόφωνό του ακουγόταν η φωνή της Μπέλλου:
«…Έλα να κάτσεις δίπλα μου να κλάψεις
ένα βραδάκι τέρμα Αχαρνών
Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης
Έλα να μάθεις, τι ζωή περνώ…»
ΤΕΛΟΣ
-
Πρόσφατα
- Για μια σύγχρονη untitled αριστερά ενάντια στην παγκόσμια εντροπία του τέλους της ιστορίας
- «Τυχαίο Ατύχημα Ενός Ανατρεπτικού», από τις 20 Μαΐου ως και τις 16 Ιουνίου, στο θέατρο Αλκμήνη στον Κεραμεικό
- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ” ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΕΝΗ
- Αυτόνομο Δίκτυο στην ΟΤΟΕ. Ανακοίνωση: Η ανταλλαγή των ομολόγων, φέρνει νέες μεγάλες ζημιές για τα ταμεία μας.
- Γιορτή της Εποχής – Κυριακή 4 Μαρτίου, στον πολυχώρο «Μάνος Λοΐζος», στο Ρέντη
- Προβολή ταινίας “ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ – ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΥΠΟΓΕΙΟΣ”
- Η πρωτοβουλία για την «υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας» διοργανώνει την πρώτη διευρυμένη δημόσια συζήτηση, την Πέμπτη, 1η Μαρτίου 2012, (18.00-21.00)
- Τρελό καρναβάλι στο Μέγαρο Μαξίμου (του Νίκου Κουνενή)
- Εκδήλωση με θέμα “Κοινωνική ιστορία του ποδηλάτου” στο βιβλιοπωλείο ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟ στην Ηλιούπολη
- Μίκης Θεοδωράκης: Η αλήθεια για την Ελλάδα
- ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ – ΔΙΗΜΕΡΟ ΠΡΟΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΒΡΑΥΕΥΜΕΝΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΟΥ 34ΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ (2011)
- KINHMATOΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ – Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ – Ο ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΣ ΑΛΕΚΟΣ ΞΕΝΟΣ – ΚΥΡΙΑΚΗ 5/2/2012
-
Σύνδεσμοι
-
Αρχείο
- Μαΐου 2012 (2)
- Μαρτίου 2012 (3)
- Φεβρουαρίου 2012 (7)
- Ιανουαρίου 2012 (2)
- Δεκεμβρίου 2011 (4)
- Οκτωβρίου 2011 (3)
- Σεπτεμβρίου 2011 (3)
- Αυγούστου 2011 (4)
- Ιουλίου 2011 (3)
- Ιουνίου 2011 (2)
- Μαΐου 2011 (6)
- Απριλίου 2011 (2)
-
Κατηγορίες
-
RSS
Καταχωρήσεις RSS
Σχόλια RSS